H απάντηση του Κώστα Μποτόπουλου, συνταγματολόγου, υποψήφιου ΠΑΣΟΚ

10/02/2009

Στο «Ιστορικό κέντρο της Αθήνας» βρίσκονται, όπως όλοι ξέρουμε, πολλά από τα σημαντικότερα στοιχεία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς -από την Κλασσική Αθήνα, τους Ελληνιστικούς Χρόνους, τη Μεσαιωνική εποχή (Βυζάντιο και Τουρκοκρατία), την σύγχρονη εποχή. Το ξέρουμε αλλά δεν τα τιμούμε.

Τα στοιχεία αυτά υπάρχουν αλλά σπάνια πια συνυπάρχουν. Η ενοποίηση και η ανάδειξη της συνέχειας του Πολιτισμού παρά τις διακηρύξεις και την υποτιθέμενη ενοποίηση περιοχών του Ιστορικού Κέντρου της Αθήνας καρκινοβατεί στην καλύτερη περίπτωση και στη χειρότερη είναι άστοχες οι επεμβάσεις και φανερή η εγκατάλειψη.
Έχω δυστυχώς την εντύπωση ότι η σκυτάλη των αισθητικών (για να μην πω αντιαισθητικών) στοιχείων που θα παραδώσουμε μοιάζει περισσότερο με καρκίνωμα που πρέπει να αποβληθεί. Από έναν οργανισμό μάλιστα ο οποίος κατάφερνε παλιότερα να ενσωματώνει με αρμονία σε ένα και μόνο κύτταρο του, σε ένα μνημείο, το πέρασμα αιώνων και διαφορετικών πολιτισμών. Φοβούμαι ότι πλησιάζουμε στην μέγιστη των αντιθέσεων: το χειρότερα δομημένο περιβάλλον μέσα στο ομορφότερο φυσικό περιβάλλον του κόσμου.

Όμως το Ιστορικό Κέντρο είναι ένα τμήμα της πόλης που εξακολουθεί να ζει και να εξελίσσεται. Στα όρια του αναπτύσσονται ο σύγχρονος Πολιτισμός και παράλληλα η οικονομική και τουριστική ζωή ολόκληρης της πόλης. Συνωθούνται επίσης οι βασικότερες πολιτικές και κοινωνικές λειτουργίες της χώρας. Όμως χώροι ιστορικής μνήμης και σημαντικά μνημεία έχουν αποκοπεί από την ζωή του κέντρου και υπολογίζεται η άξια τους μόνο από τον αριθμό εισιτηρίων των επισκεπτών.
Με γνώμονα λοιπόν μόνο το οικονομικό κέρδος εφευρίσκονται λειτουργίες που προσβάλλουν την Ιστορική και Πολιτιστική σημασία τους ή εγκαταλείπονται στη φθορά. Το «δημόσιο σήμα» (Ιερά οδός) ποτέ δεν ολοκληρώθηκε στην ενοποίηση. Ο ευρύτερος χώρος της ΔΕΦΑ (Γκάζι) δεν μετατρέπεται σε «Βιομηχανικό Πάρκο» και ο ίδιος ο Δήμος Αθηναίων προσπαθεί να κατευθύνει την εισβολή ετερόκλητων χρήσεων ως δήθεν προσφορά στη διασκέδαση των Αθηναίων. Και όλα αυτά ενώ είναι κηρυγμένο μνημείο εδώ και δεκαετίες ως το τελευταίο εναπομείναν πρωτοβιομηχανικό συγκρότημα στην Ευρώπη μέσα σε κεντρικό πολεοδομικό ιστό. Κάθε σύγκριση με την TATE Modern του Λονδίνου περιττεύει.

Με την ίδια ολιγωρία αντιμετωπίζονται οι ελάχιστοι χώροι που μπορούν να προσθέσουν στο πράσινο της πόλης -κυρίως αυτοί που ανήκουν σε φορείς και είναι καταρχάς διαπραγματεύσιμοι. Η δικαιολογημένη έλλειψη εμπιστοσύνης τα τελευταία χρόνια έχει οδηγήσει στην κατάληψη των χώρων από κατοίκους, οι οποίοι δεν είναι βέβαια ικανοί για τη σωστή διαχείριση της έννοιας «Αστικό Πράσινο».

Ένα βασικό θέμα για το κέντρο της πόλης είναι και τα κτίρια που έχουν κηρυχθεί ως διατηρητέα, χωρίς όμως να υπάρχει κάτι πιο ουσιαστικό από την αναγραφή τους σε Προεδρικά Διατάγματα και καταλόγους. Λίγες και χρονοβόρες οικονομικές ενισχύσεις των ιδιοκτητών, έλλειψη τεχνικών συμβουλών, στόχων, ιδεών, φαντασίας, προσπάθειας πολιτιστικής αξιοποίησης. Έτσι αφήνονται συχνά από τους ιδιοκτήτες τους να απαξιωθούν με αποτέλεσμα να μετατρέπονται σε εστίες μόλυνσης.

Σήμερα κατακερματισμένο, χωρίς αισθητική συνέχεια και συγκρότηση, το δομημένο αστικό περιβάλλον επιμένει ανά τετραετία να χλευάζει –και συγχρόνως να ευτελίζει- κάθε προεκλογικό βερμπαλισμό. Λες και είναι άτρωτο στις εναλλακτικές δυνατότητες του σύγχρονου πολιτισμού.
Οφείλουμε να πάμε πολύ πέρα από κάποιες ρυμοτομικές διευθετήσεις ή καλλωπιστικές φιοριτούρες. Η έννοια του δημόσιου χώρου, η αρχιτεκτονική, η αισθητική είναι πράγματα τόσο σημαντικά όσο η δημόσια υγεία και η εκπαίδευση. Ένα μη αρμονικό, χαοτικό, γκρίζο περιβάλλον από τσιμεντένια κουτιά γεννάει εν δυνάμει παραβατικότητα, βανδαλισμούς, αρρώστια και κατάθλιψη.

Με δεδομένο ότι η Αθήνα του σήμερα είναι πολύ διαφορετική από αυτή της δεκαετίας του ’80 και οφείλει να εμπεδώσει τον σεβασμό στη διαφορετικότητα, την «επιβολή» των κοινωνικών της κανόνων πρέπει να την αναζητήσει όχι μέσω της καταστολής αλλά και πάλι μέσα από την τεράστια δύναμη του Πολιτισμού. Του Πολιτισμού των κοινωνικών κανόνων και της Τέχνης. Δεν πρέπει λοιπόν να ξεχνάμε ότι εκείνοι οι οποίοι βρίσκουν καταφύγιο στη χώρα μας εκτός από τις συνήθειες που φέρνουν μαζί τους εσωτερικεύουν ταχύτατα αυτά που τους επιβάλει το περιβάλλον που τους υποδέχεται.
Ένα άμεσο λοιπόν μέτρο θα έπρεπε να είναι η ρύθμιση της υπηκοότητας των παιδιών της λεγόμενης και σήμερα «αδέσποτης» δεύτερης γενιάς μεταναστών. Αυτό το αυτονόητο ανθρώπινο δικαίωμα θα ήταν ένα ελάχιστο δείγμα πολιτισμού προς μια γενιά που έχουμε μετατρέψει σε παρίες της κοινωνίας μας. Πέρα από όλα τα άλλα θα βοηθήσει και στην συνοχή του κοινωνικού ιστού, που και μεταξύ γηγενών, όπως νιώθουμε όλοι, διαρρηγνύεται ταχύτατα.

Ένα άλλο αναγκαίο μέτρο, ειδικά για το χώρο του Ιστορικού Κέντρου, θα έπρεπε να είναι ο έλεγχος της προσφοράς των απαγορευμένων εξαρτησιογόνων ουσιών, η οποία σήμερα ως γνωστόν αποτελεί μονοπώλιο του οργανωμένου εγκλήματος.
Οι σύγχρονες επιστημονικές και κοινωνικές μελέτες διδάσκουν ότι, ιδίως σε αστικές περιοχές, θα ήταν αποτελεσματικότερο να περάσουμε από την καταστολή της χρήσης στην πρόληψη της διάδοσης.
Εάν κατά κάποιον τρόπο δοθεί η δυνατότητα στα λεγόμενα «βαποράκια» να προμηθευτούν την φαρμακευτική ουσία την οποία έχει ανάγκη ο οργανισμός τους νόμιμα και καθαρά – χωρίς να χρειάζεται να επαιτούν, να πωλούν και να διαδίδουν – τότε πολλά από τα υποψήφια θύματα θα έχουν σωθεί. Αυτό ακριβώς είναι η πρόληψη.
Άμεσα, και μέχρι την αναγκαία διαβούλευση και στη συνέχεια την αναμόρφωση της σχετικής νομοθεσίας, οι ουσιοεξαρτημένοι θα μπορούσαν να καταπραΰνθούν με φαρμακευτικά μέσα, κάτω από την παρακολούθηση ειδικευμένου ιατρονοσοκομειακού προσωπικού. Αυτά τα μέσα μια ευαίσθητη (προφανώς όχι η σημερινή) Δημοτική Αρχή θα μπορούσε να εξασφαλίσει σε δικούς της χώρους. Σε συνεννόηση με τους κατοίκους. Συστηματικά. Με σκοπό την πρόληψη. Για να σταματήσει η προωθητική δράση των ανθρώπων αυτών. Για να γλιτώσουν οι πολλοί ανώνυμοι «άλλοι» αλλά και ολόκληρες γειτονιές που εγκλωβιζονται στην «ναρκω-κουλτούρα».

Θα ήθελα να κλείσω υπογραμμίζοντας την ισχυρότερή μου πεποίθηση. Υποστηρίζω ότι τα πάντα, από τις πιο σύνθετες πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις μέχρι τις πιο απλές καθημερινές μας σχέσεις, είναι θέμα Πολιτισμού. Και η εξουσία, για να έχει νόημα, πρέπει να δίνει το παράδειγμα.

Κώστας Μποτόπουλος

http://www.botopoulos.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: